욥기 41장 Greek Modern
Greek Modern · 현대 그리스어 · 욥기 (Job) · 34절 · 대역: King James Version
| 절 | Greek Modern | King James Version |
|---|---|---|
| 1 | Δύνασαι να σύρης έξω τον Λευϊάθαν διά αγκίστρου; ή να περιδέσης την γλώσσαν αυτού με φορβιάν; | Canst thou draw out leviathan with an hook? or his tongue with a cord which thou lettest down? |
| 2 | Δύνασαι να βάλης χαλινόν εις την ρίνα αυτού; ή να τρυπήσης την σιαγόνα αυτού με άκανθαν; | Canst thou put an hook into his nose? or bore his jaw through with a thorn? |
| 3 | Θέλει πληθύνει προς σε ικεσίας; θέλει σοι λαλήσει μετά γλυκύτητος; | Will he make many supplications unto thee? will he speak soft words unto thee? |
| 4 | Θέλει κάμει συνθήκην μετά σου; θέλεις πάρει αυτόν διά δούλον παντοτεινόν; | Will he make a covenant with thee? wilt thou take him for a servant for ever? |
| 5 | Θέλεις παίζει μετ' αυτού ως μετά πτηνού; ή θέλεις δέσει αυτόν διά τας θεραπαίνας σου; | Wilt thou play with him as with a bird? or wilt thou bind him for thy maidens? |
| 6 | Θέλουσι κάμει οι φίλοι συμπόσιον εξ αυτού; θέλουσι μοιράσει αυτόν μεταξύ των εμπόρων; | Shall the companions make a banquet of him? shall they part him among the merchants? |
| 7 | Δύνασαι να γεμίσης το δέρμα αυτού με βέλη; ή την κεφαλήν αυτού με αλιευτικά καμάκια; | Canst thou fill his skin with barbed irons? or his head with fish spears? |
| 8 | Βάλε την χείρα σου επ' αυτόν· ενθυμήθητι τον πόλεμον· μη κάμης πλέον τούτο. | Lay thine hand upon him, remember the battle, do no more. |
| 9 | Ιδού, η ελπίς να πιάση τις αυτόν είναι ματαία· δεν ήθελε μάλιστα εκπλαγή εις την θεωρίαν αυτού; | Behold, the hope of him is in vain: shall not one be cast down even at the sight of him? |
| 10 | Ουδείς είναι τόσον τολμηρός ώστε να εγείρη αυτόν· και τις δύναται να σταθή έμπροσθεν εμού; | None is so fierce that dare stir him up: who then is able to stand before me? |
| 11 | Τις πρότερον έδωκεν εις εμέ και να ανταποδόσω; τα υποκάτω παντός του ουρανού είναι εμού. | Who hath prevented me, that I should repay him? whatsoever is under the whole heaven is mine. |
| 12 | Δεν θέλω σιωπήσει τα μέλη αυτού ουδέ την δύναμιν ουδέ την ευάρεστον αυτού συμμετρίαν. | I will not conceal his parts, nor his power, nor his comely proportion. |
| 13 | Τις να εξιχνιάση την επιφάνειαν του ενδύματος αυτού; τις να εισέλθη εντός των διπλών σιαγόνων αυτού; | Who can discover the face of his garment? or who can come to him with his double bridle? |
| 14 | Τις δύναται να ανοίξη τας πύλας του προσώπου αυτού; οι οδόντες αυτού κύκλω είναι τρομεροί. | Who can open the doors of his face? his teeth are terrible round about. |
| 15 | Αι ισχυραί ασπίδες αυτού είναι το εγκαύχημα αυτού, συγκεκλεισμέναι ομού διά σφιγκτού σφραγίσματος· | His scales are his pride, shut up together as with a close seal. |
| 16 | η μία ενούται μετά της άλλης, ώστε ουδέ αήρ δύναται να περάση δι' αυτών· | One is so near to another, that no air can come between them. |
| 17 | είναι προσκεκολλημέναι η μία μετά της άλλης· συνέχονται ούτως, ώστε δεν δύνανται να αποσπασθώσιν. | They are joined one to another, they stick together, that they cannot be sundered. |
| 18 | Εις τον πταρνισμόν αυτού λάμπει φως, και οι οφθαλμοί αυτού είναι ως τα βλέφαρα της αυγής. | By his neesings a light doth shine, and his eyes are like the eyelids of the morning. |
| 19 | Εκ του στόματος αυτού εξέρχονται λαμπάδες καιόμεναι και σπινθήρες πυρός εξακοντίζονται. | Out of his mouth go burning lamps, and sparks of fire leap out. |
| 20 | Εκ των μυκτήρων αυτού εξέρχεται καπνός, ως εξ αγγείου κοχλάζοντος ή λέβητος. | Out of his nostrils goeth smoke, as out of a seething pot or caldron. |
| 21 | Η πνοή αυτού ανάπτει άνθρακας, και φλόξ εξέρχεται εκ του στόματος αυτού· | His breath kindleth coals, and a flame goeth out of his mouth. |
| 22 | Εν τω τραχήλω αυτού κατοικεί δύναμις, και τρόμος προπορεύεται έμπροσθεν αυτού. | In his neck remaineth strength, and sorrow is turned into joy before him. |
| 23 | Τα στρώματα της σαρκός αυτού είναι συγκεκολλημένα· είναι στερεά επ' αυτόν· δεν δύνανται να σαλευθώσιν. | The flakes of his flesh are joined together: they are firm in themselves; they cannot be moved. |
| 24 | Η καρδία αυτού είναι στερεά ως λίθος· σκληρά μάλιστα ως η κάτω μυλόπετρα. | His heart is as firm as a stone; yea, as hard as a piece of the nether millstone. |
| 25 | Ότε ανεγείρεται, φρίττουσιν οι δυνατοί, και εκ του φόβου παραφρονούσιν. | When he raiseth up himself, the mighty are afraid: by reason of breakings they purify themselves. |
| 26 | Η ρομφαία του συναπαντώντος αυτόν δεν δύναται να ανθέξη· η λόγχη, το δόρυ, ουδέ ο θώραξ. | The sword of him that layeth at him cannot hold: the spear, the dart, nor the habergeon. |
| 27 | Θεωρεί τον σίδηρον ως άχυρον, τον χαλκόν ως ξύλον σαθρόν. | He esteemeth iron as straw, and brass as rotten wood. |
| 28 | Τα βέλη δεν δύνανται να τρέψωσιν αυτόν εις φυγήν· αι πέτραι της σφενδόνης είναι εις αυτόν ως στυπίον. | The arrow cannot make him flee: slingstones are turned with him into stubble. |
| 29 | Τα ακόντια λογίζονται ως στυπίον· γελά εις το σείσμα της λόγχης. | Darts are counted as stubble: he laugheth at the shaking of a spear. |
| 30 | Οξείς λίθοι κοίτονται υποκάτω αυτού· υποστρόνει τα αγκυλωτά σώματα επί πηλού. | Sharp stones are under him: he spreadeth sharp pointed things upon the mire. |
| 31 | Κάμνει την άβυσσον ως λέβητα να κοχλάζη· καθιστά την θάλασσαν ως σκεύος μυρεψού. | He maketh the deep to boil like a pot: he maketh the sea like a pot of ointment. |
| 32 | Αφίνει οπίσω την πορείαν φωτεινήν· ήθελέ τις υπολάβει την άβυσσον ως πολιάν. | He maketh a path to shine after him; one would think the deep to be hoary. |
| 33 | Επί της γης δεν υπάρχει όμοιον αυτού, δεδημιουργημένον ούτως άφοβον. | Upon earth there is not his like, who is made without fear. |
| 34 | Περιορά πάντα τα υψηλά· είναι βασιλεύς επί πάντας τους υιούς της υπερηφανίας. | He beholdeth all high things: he is a king over all the children of pride. |
Greek Modern — getbible.net(CrossWire SWORD 모듈)에서 가져옴 · 라이선스: 공개 도메인 (Public Domain) · 출처 ↗
King James Version — getbible.net(CrossWire SWORD 모듈)에서 가져옴 · 라이선스: GPL