욥기 31장 Greek Modern
Greek Modern · 현대 그리스어 · 욥기 (Job) · 40절 · 대역: King James Version
| 절 | Greek Modern | King James Version |
|---|---|---|
| 1 | Έκαμον συνθήκην μετά των οφθαλμών μου· και πως να έχω τον στοχασμόν μου επί παρθένον; | I made a covenant with mine eyes; why then should I think upon a maid? |
| 2 | και τι το μερίδιον παρά Θεού άνωθεν; και η κληρονομία του Παντοδυνάμου εκ των υψηλών; | For what portion of God is there from above? and what inheritance of the Almighty from on high? |
| 3 | Ουχί αφανισμός διά τον ασεβή; και ταλαιπωρία διά τους εργάτας της ανομίας; | Is not destruction to the wicked? and a strange punishment to the workers of iniquity? |
| 4 | δεν βλέπει αυτός τας οδούς μου και απαριθμεί πάντα τα βήματά μου; | Doth not he see my ways, and count all my steps? |
| 5 | Εάν περιεπάτησα με ψεύδος, ή ο πους μου έσπευσεν εις δόλον, | If I have walked with vanity, or if my foot hath hasted to deceit; |
| 6 | ας με ζυγίση διά της στάθμης της δικαιοσύνης και ας γνωρίση ο Θεός την ακεραιότητά μου· | Let me be weighed in an even balance, that God may know mine integrity. |
| 7 | αν το βήμά μου εξετράπη από της οδού και η καρδία μου επηκολούθησε τους οφθαλμούς μου, και αν κηλίς προσεκολλήθη εις τας χείρας μου· | If my step hath turned out of the way, and mine heart walked after mine eyes, and if any blot hath cleaved to mine hands; |
| 8 | να σπείρω, και άλλος να φάγη· και να εκριζωθώσιν οι έκγονοί μου. | Then let me sow, and let another eat; yea, let my offspring be rooted out. |
| 9 | Αν η καρδία μου ηπατήθη υπό γυναικός, ή παρεμόνευσα εις την θύραν του πλησίον μου, | If mine heart have been deceived by a woman, or if I have laid wait at my neighbour’s door; |
| 10 | η γυνή μου να αλέση δι' άλλον, και άλλοι να πέσωσιν επ' αυτήν. | Then let my wife grind unto another, and let others bow down upon her. |
| 11 | Διότι μιαρόν ανόμημα τούτο και αμάρτημα κατάδικον· | For this is an heinous crime; yea, it is an iniquity to be punished by the judges. |
| 12 | διότι είναι πυρ κατατρώγον μέχρις αφανισμού, και ήθελεν εκριζώσει πάντα τα γεννήματά μου. | For it is a fire that consumeth to destruction, and would root out all mine increase. |
| 13 | Αν κατεφρόνησα την κρίσιν του δούλου μου ή της δούλης μου, ότε διεφέροντο προς εμέ, | If I did despise the cause of my manservant or of my maidservant, when they contended with me; |
| 14 | τι θέλω κάμει τότε, όταν εγερθή ο Θεός; και όταν επισκεφθή, τι θέλω αποκριθή προς αυτόν; | What then shall I do when God riseth up? and when he visiteth, what shall I answer him? |
| 15 | Ο ποιήσας εμέ εν τη κοιλία, δεν εποίησε και εκείνον; και δεν εμόρφωσεν ημάς ο αυτός εν τη μήτρα; | Did not he that made me in the womb make him? and did not one fashion us in the womb? |
| 16 | Αν ηρνήθην την επιθυμίαν των πτωχών, ή εμάρανα τους οφθαλμούς της χήρας, | If I have withheld the poor from their desire, or have caused the eyes of the widow to fail; |
| 17 | ή έφαγον μόνος τον άρτον μου, και ο ορφανός δεν έφαγεν εξ αυτού· | Or have eaten my morsel myself alone, and the fatherless hath not eaten thereof; |
| 18 | διότι ο μεν εκ νεότητος μου ετρέφετο μετ' εμού, ως μετά πατρός, την δε εκ κοιλίας της μητρός μου ωδήγησα· | (For from my youth he was brought up with me, as with a father, and I have guided her from my mother’s womb;) |
| 19 | αν είδον τινά απολλύμενον δι' έλλειψιν ενδύματος ή πτωχόν χωρίς σκεπάσματος, | If I have seen any perish for want of clothing, or any poor without covering; |
| 20 | αν οι νεφροί αυτού δεν με ευλόγησαν και δεν εθερμάνθη με το μαλλίον των προβάτων μου, | If his loins have not blessed me, and if he were not warmed with the fleece of my sheep; |
| 21 | αν εσήκωσα την χείρα μου κατά του ορφανού, βλέπων ότι υπερίσχυον εν τη πύλη, | If I have lifted up my hand against the fatherless, when I saw my help in the gate: |
| 22 | να πέση ο βραχίων μου εκ του ώμου, και η χειρ μου να συντριφθή εκ του αγκώνος. | Then let mine arm fall from my shoulder blade, and mine arm be broken from the bone. |
| 23 | Διότι ο παρά του Θεού όλεθρος ήτο εις εμέ φρίκη και διά την μεγαλειότητα αυτού δεν ήθελον δυνηθή να ανθέξω. | For destruction from God was a terror to me, and by reason of his highness I could not endure. |
| 24 | Αν έθεσα εις το χρυσίον την ελπίδα μου, ή είπα προς το καθαρόν χρυσίον, Συ είσαι το θάρρος μου, | If I have made gold my hope, or have said to the fine gold, Thou art my confidence; |
| 25 | αν ευφράνθην διότι ο πλούτος μου ήτο μέγας και διότι η χειρ μου εύρηκεν αφθονίαν, | If I rejoiced because my wealth was great, and because mine hand had gotten much; |
| 26 | αν εθεώρουν τον ήλιον αναλάμποντα ή την σελήνην περιπατούσαν εν τη λαμπρότητι αυτής, | If I beheld the sun when it shined, or the moon walking in brightness; |
| 27 | και η καρδία μου εθέλχθη κρυφίως, ή με το στόμα μου εφίλησα την χείρα μου, | And my heart hath been secretly enticed, or my mouth hath kissed my hand: |
| 28 | και τούτο ήθελεν είσθαι ανόμημα κατάδικον· διότι ήθελον αρνηθή τον Θεόν τον Ύψιστον. | This also were an iniquity to be punished by the judge: for I should have denied the God that is above. |
| 29 | Αν εχάρην εις τον αφανισμόν του μισούντός με, ή επεχάρην ότε εύρηκεν αυτόν κακόν· | If I rejoiced at the destruction of him that hated me, or lifted up myself when evil found him: |
| 30 | διότι ουδέ αφήκα το στόμα μου να αμαρτήση, ευχόμενος κατάραν εις την ψυχήν αυτού· | Neither have I suffered my mouth to sin by wishing a curse to his soul. |
| 31 | αν οι άνθρωποι της σκηνής μου δεν είπον, τις θέλει δείξει άνθρωπον μη χορτασθέντα από των κρεάτων αυτού; | If the men of my tabernacle said not, Oh that we had of his flesh! we cannot be satisfied. |
| 32 | Ο ξένος δεν διενυκτέρευεν έξω· ήνοιγον την θύραν μου εις τον οδοιπόρον· | The stranger did not lodge in the street: but I opened my doors to the traveller. |
| 33 | αν εσκέπασα την παράβασίν μου ως ο Αδάμ, κρύπτων την ανομίαν μου εν τω κόλπω μου· | If I covered my transgressions as Adam, by hiding mine iniquity in my bosom: |
| 34 | διότι μήπως εφοβούμην μέγα πλήθος, ή με ετρόμαζεν η καταφρόνησις των οικογενειών, ώστε να σιωπήσω και να μη εκβώ εκ της θύρας; | Did I fear a great multitude, or did the contempt of families terrify me, that I kept silence, and went not out of the door? |
| 35 | Ω να ήτο τις να με ήκουεν. Ιδού, η επιθυμία μου είναι να απεκρίνετο ο Παντοδύναμος εις εμέ, και ο αντίδικός μου να έγραφε βιβλίον. | Oh that one would hear me! behold, my desire is, that the Almighty would answer me, and that mine adversary had written a book. |
| 36 | Βεβαίως ήθελον βαστάσει αυτό επί του ώμου μου, ήθελον περιδέσει αυτό στέφανον επ' εμέ· | Surely I would take it upon my shoulder, and bind it as a crown to me. |
| 37 | ήθελον φανερώσει προς αυτόν τον αριθμόν των βημάτων μου· ως άρχων ήθελον πλησιάσει εις αυτόν. | I would declare unto him the number of my steps; as a prince would I go near unto him. |
| 38 | Αν ο αγρός μου καταβοά εναντίον μου και κλαίωσιν ομού οι αύλακες αυτού, | If my land cry against me, or that the furrows likewise thereof complain; |
| 39 | αν έφαγον τον καρπόν αυτόν χωρίς μισθόν, ή έκαμον να εκβή η ψυχή των γεωργών αυτού, | If I have eaten the fruits thereof without money, or have caused the owners thereof to lose their life: |
| 40 | Ας φυτρώσωσι τρίβολοι αντί σίτου και ζιζάνια αντί κριθής. Ετελείωσαν οι λόγοι του Ιώβ. | Let thistles grow instead of wheat, and cockle instead of barley. The words of Job are ended. |
Greek Modern — getbible.net(CrossWire SWORD 모듈)에서 가져옴 · 라이선스: 공개 도메인 (Public Domain) · 출처 ↗
King James Version — getbible.net(CrossWire SWORD 모듈)에서 가져옴 · 라이선스: GPL