욥기 15장 Greek Modern
Greek Modern · 현대 그리스어 · 욥기 (Job) · 35절 · 대역: King James Version
| 절 | Greek Modern | King James Version |
|---|---|---|
| 1 | Τότε απεκρίθη Ελιφάς ο Θαιμανίτης και είπεν· | Then answered Eliphaz the Temanite, and said, |
| 2 | Έπρεπε σοφός να προφέρη στοχασμούς μάταιους και να γεμίζη την κοιλίαν αυτού από ανατολικού ανέμου; | Should a wise man utter vain knowledge, and fill his belly with the east wind? |
| 3 | Έπρεπε να φιλονεική διά λόγων ματαίων και ομιλιών ανωφελών; | Should he reason with unprofitable talk? or with speeches wherewith he can do no good? |
| 4 | Βεβαίως συ απορρίπτεις τον φόβον και αποκλείεις την δέησιν ενώπιον του Θεού. | Yea, thou castest off fear, and restrainest prayer before God. |
| 5 | Διότι το στόμα σου αποδεικνύει την ανομίαν σου, και εξέλεξας την γλώσσαν των πανούργων. | For thy mouth uttereth thine iniquity, and thou choosest the tongue of the crafty. |
| 6 | Το στόμα σου σε καταδικάζει, και ουχί εγώ· και τα χείλη σου καταμαρτυρούσιν εναντίον σου. | Thine own mouth condemneth thee, and not I: yea, thine own lips testify against thee. |
| 7 | Μη πρώτος άνθρωπος εγεννήθης; ή προ των βουνών επλάσθης; | Art thou the first man that was born? or wast thou made before the hills? |
| 8 | Μήπως ήκουσας τας βουλάς του Θεού; και εξήντλησας εις σεαυτόν την σοφίαν; | Hast thou heard the secret of God? and dost thou restrain wisdom to thyself? |
| 9 | Τι εξεύρεις, και δεν εξεύρομεν; τι εννοείς, και δεν εννοούμεν; | What knowest thou, that we know not? what understandest thou, which is not in us? |
| 10 | Υπάρχουσι και μεταξύ ημών πολιοί και γέροντες, γεροντότεροι του πατρός σου. | With us are both the grayheaded and very aged men, much elder than thy father. |
| 11 | Αι παρηγορίαι του Θεού φαίνονται μικρόν πράγμα εις σε; ή έχεις τι απόκρυφον εν σεαυτώ; | Are the consolations of God small with thee? is there any secret thing with thee? |
| 12 | Διά τι σε αποπλανά η καρδία σου; και διά τι παραφέρονται οι οφθαλμοί σου, | Why doth thine heart carry thee away? and what do thy eyes wink at, |
| 13 | ώστε στρέφεις το πνεύμά σου κατά του Θεού και αφίνεις να εξέρχωνται τοιούτοι λόγοι εκ του στόματός σου; | That thou turnest thy spirit against God, and lettest such words go out of thy mouth? |
| 14 | Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να ήναι καθαρός; και ο γεγεννημένος εκ γυναικός, ώστε να ήναι δίκαιος; | What is man, that he should be clean? and he which is born of a woman, that he should be righteous? |
| 15 | Ιδού, εις τους αγίους αυτού δεν εμπιστεύεται· και οι ουρανοί δεν είναι καθαροί εις τους οφθαλμούς αυτού· | Behold, he putteth no trust in his saints; yea, the heavens are not clean in his sight. |
| 16 | πόσω μάλλον βδελυρός και ακάθαρτος είναι ο άνθρωπος, ο πίνων ανομίαν ως ύδωρ; | How much more abominable and filthy is man, which drinketh iniquity like water? |
| 17 | Εγώ θέλω σε διδάξει· άκουσόν μου· τούτο βεβαίως είδον και θέλω φανερώσει, | I will shew thee, hear me; and that which I have seen I will declare; |
| 18 | το οποίον οι σοφοί ανήγγειλαν παρά των πατέρων αυτών, και δεν έκρυψαν· | Which wise men have told from their fathers, and have not hid it: |
| 19 | εις τους οποίους μόνους εδόθη η γη, και ξένος δεν επέρασε διά μέσου αυτών. | Unto whom alone the earth was given, and no stranger passed among them. |
| 20 | Ο ασεβής βασανίζεται πάσας τας ημέρας, και αριθμητά έτη είναι πεφυλαγμένα διά τον τύραννον. | The wicked man travaileth with pain all his days, and the number of years is hidden to the oppressor. |
| 21 | Ήχος φόβου είναι εις τα ώτα αυτού· εν μέσω ειρήνης θέλει επέλθει επ' αυτόν ο εξολοθρευτής. | A dreadful sound is in his ears: in prosperity the destroyer shall come upon him. |
| 22 | Δεν πιστεύει ότι θέλει επιστρέψει εκ του σκότους, και περιμένει την μάχαιραν. | He believeth not that he shall return out of darkness, and he is waited for of the sword. |
| 23 | Περιπλανάται διά άρτον, και που; εξεύρει ότι η ημέρα του σκότους είναι ετοίμη πλησίον αυτού. | He wandereth abroad for bread, saying, Where is it? he knoweth that the day of darkness is ready at his hand. |
| 24 | Θλίψις και στενοχωρία θέλουσι καταπλήττει αυτόν· θέλουσιν υπερισχύσει κατ' αυτού, ως βασιλεύς εις μάχην παρεσκευασμένος· | Trouble and anguish shall make him afraid; they shall prevail against him, as a king ready to the battle. |
| 25 | διότι εξήπλωσε την χείρα αυτού κατά του Θεού και ηλαζονεύθη κατά του Παντοδυνάμου· | For he stretcheth out his hand against God, and strengtheneth himself against the Almighty. |
| 26 | ώρμησε κατ' αυτού με τράχηλον επηρμένον, με την πεπυκνωμένην ράχιν των ασπίδων αυτού· | He runneth upon him, even on his neck, upon the thick bosses of his bucklers: |
| 27 | διότι εσκέπασε το πρόσωπον αυτού με το πάχος αυτού και υπερεπάχυνε τα πλευρά αυτού· | Because he covereth his face with his fatness, and maketh collops of fat on his flanks. |
| 28 | και κατώκησεν εις πόλεις ερήμους, εις οίκους ακατοικήτους, ετοίμους διά σωρούς. | And he dwelleth in desolate cities, and in houses which no man inhabiteth, which are ready to become heaps. |
| 29 | δεν θέλει πλουτισθή, ουδέ θέλουσι διαμένει τα υπάρχοντα αυτού, ουδέ θέλει εκτανθή η αφθονία αυτών επί την γην. | He shall not be rich, neither shall his substance continue, neither shall he prolong the perfection thereof upon the earth. |
| 30 | Δεν θέλει χωρισθή εκ του σκότους· φλόξ θέλει ξηράνει τους βλαστούς αυτού, και με την πνοήν του στόματος αυτού θέλει απέλθει. | He shall not depart out of darkness; the flame shall dry up his branches, and by the breath of his mouth shall he go away. |
| 31 | Ας μη πιστεύση εις την ματαιότητα ο ηπατημένος, διότι ματαιότης θέλει είσθαι η αμοιβή αυτού. | Let not him that is deceived trust in vanity: for vanity shall be his recompence. |
| 32 | Προ του καιρού αυτού θέλει φθαρή, και ο κλάδος αυτού δεν θέλει πρασινίσει. | It shall be accomplished before his time, and his branch shall not be green. |
| 33 | Θέλει αποβάλει την άωρον σταφυλήν αυτού ως η άμπελος, και θέλει ρίψει το άνθος αυτού ως η ελαία. | He shall shake off his unripe grape as the vine, and shall cast off his flower as the olive. |
| 34 | Διότι η σύναξις των υποκριτών θέλει ερημωθή, και πυρ θέλει καταφάγει τας σκηνάς της δωροληψίας. | For the congregation of hypocrites shall be desolate, and fire shall consume the tabernacles of bribery. |
| 35 | Συλλαμβάνουσι πονηρίαν και γεννώσι ματαιότητα, και η καρδία αυτών μηχανάται δόλον. | They conceive mischief, and bring forth vanity, and their belly prepareth deceit. |
Greek Modern — getbible.net(CrossWire SWORD 모듈)에서 가져옴 · 라이선스: 공개 도메인 (Public Domain) · 출처 ↗
King James Version — getbible.net(CrossWire SWORD 모듈)에서 가져옴 · 라이선스: GPL